- ὑπ ενδύτης
- ὑπ-εν-δύω, u. ὑπ εν-δύτης, ὁ, unten anziehen
Wörterbuch altgriechisch-deutsch . 2010.
Wörterbuch altgriechisch-deutsch . 2010.
ἐνδυτῶν — ἐνδύτης garment. masc gen pl ἐνδυτός put on masc/fem/neut gen pl … Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)
ἐνδύτ' — ἐνδύτα , ἐνδύτης garment. masc voc sg ἐνδύτα , ἐνδύτης garment. masc nom sg (epic) ἐνδύται , ἐνδύτης garment. masc nom/voc pl ἐνδύτᾱͅ , ἐνδύτης garment. masc dat sg (doric aeolic) … Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)
μελενδύτης — μελενδύτης, ὁ (Μ) ρασοφόρος, μοναχός. [ΕΤΥΜΟΛ. < μέλας + ἐνδύτης (πρβλ. ρακ ενδύτης)] … Dictionary of Greek
ἐνδύτας — ἐνδύτᾱς , ἐνδύτης garment. masc acc pl ἐνδύτᾱς , ἐνδύτης garment. masc nom sg (epic doric aeolic) … Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)
ENDOTHYS — apud Hieron. Rubeum in Hist. Ravenn. qui ait, Maximianum Archiep. donasse Ecclesiae Ravennensi Endothyn bissinam pretiosissumam omnem Christi Dei historiam continentem: praeterea adiunxisse ex auro aliam endothyn, in qua auro textili pictae erant … Hofmann J. Lexicon universale
αμπιγιέρ — ο, γιέζ, η (γαλλ. habilleur euse) υπάλληλος τού θεάτρου που βοηθεί τούς ηθοποιούς να ντυθούν. Οι πρωταγωνίστριες έχουν συνήθως προσωπική αμπιγιέζ, την οποία αμείβουν ιδιαίτερα. Ο ελληνικός όρος «ενδυτής» ως αντίστοιχος τού ξενικού δεν καθιερώθηκε … Dictionary of Greek